Το χρονικό της Μονεμβασίας |
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Δ. Λιθοξόου - Το χρονικό της Μονεμβασίας |
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Το χρονικό της Μονεμβασίας
Κατά τη διάρκεια των ερευνών του, στις βιβλιοθήκες των μονών του Άγιου Όρους, ο υφηγητής τότε της Γενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετέπειτα καθηγητής και πρωθυπουργός, Σπυρίδων Λάμπρος (1851 – 1919), ανακάλυψε ένα εξαιρετικά σημαντικό χειρόγραφο στη μονή Ιβήρων (κώδικας 329, φύλλο 203, α – β), το οποίο έδινε οριστική απάντηση στα ζητήματα της τύχης του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού της Πελοποννήσου και του μεσαιωνικού σλαβικού εποικισμού. Η απάντηση όμως που έδινε, κατέρριπτε όλα όσα υποστήριζε μέχρι τότε η ελληνική εθνική ιστορική σχολή και δικαίωνε, εκ του τάφου, τον Φαλμεράυερ.
Είναι προφανές ότι ο Λάμπρος, προβληματίστηκε ιδιαίτερα, για το αν έπρεπε να προβεί στη δημοσίευση του χειρογράφου. Τελικά η επιστημονική δεοντολογία, υπερισχύει της εθνικής σκοπιμότητας, και ο Λάμπρος αποφασίζει, δημιουργώντας την εξαίρεση στον ελληνικό κανόνα, να δημοσιεύσει το κείμενο. Ονομάζει το χειρόγραφο “ιβηριτικό απόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας” και το δημοσιεύει, μαζί με άλλα δύο απόγραφα του χρονικού [Λάμπρος 1884, σ. 97 – 128]. Ένα, που είχε βρει ο Giouseppe Pasini, στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Τορίνου, με τίτλο “Περί κτίσεως Μονεμβασίας” και είχε δημοσιεύσει το 1749, και ένα άλλο που είχε βρει ο ίδιος ο Λάμπρος, στη βιβλιοθήκη της Μονής Κουτλουμουσίου (κώδικας 220, φύλλο 194α – 196β) και επιγραφόταν “Τον καιρό όπου οίκισεν η Μονεμβασία και πως”. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, το χειρόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας της μονής Ιβήρων, αποτελεί το σπουδαιότερο κείμενο για την κατανόηση των πληθυσμιακών μεταβολών που σημειώθηκαν στην Ελλάδα κατά το Μεσαίωνα, και επιπλέον είναι το περισσότερο συνειδητά αγνοημένο ή παραποιημένο από την ελληνική ιστοριογραφία, πριν προχωρήσω στην επί μέρους παρουσίασή του, το παρουσιάζω στη συνέχεια ολόκληρο. Στον πίνακα που ακολουθεί, υπάρχουν τέσσερις στήλες. Ο αριθμός της πρώτης στήλης, ορίζει τα εδάφια, έτσι όπως ως προς το περιεχόμενό τους και τη δυνατότητα σύγκρισης, θεώρησα πως έπρεπε να χωριστούν. Η δεύτερη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Ιβήρων. Η τρίτη στήλη περιέχει το κείμενο του χειρογράφου της μονής Κουτλουμουσίου και εντός παρενθέσεως τις διαφοροποιήσεις που εμφανίζει το χειρόγραφο της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Τορίνου. Τα κείμενα και των τριών χειρογράφων παρουσιάζονται με την ορθογραφία των απογραφέων τους και όχι σύμφωνα με τις διορθώσεις του Λάμπρου [Λάμπρος1884, σ. 98 – 109] ή τις μεταγενέστερες του Βέη [Βέης 1909, σ. 61 – 73]. Η τέταρτη τέλος στήλη, περιέχει συγκρίσιμα αποσπάσματα βυζαντινών συγγραφέων, για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια.
Έχοντας μπροστά μας τα κείμενα, που θεωρούνται ως διαφορετικές εκδοχές του χρονικού της Μονεμβασίας, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Από το εδάφιο 46 (“Από δε της βασιλείας κυρ Αλεξίου του Κομνηνού…”) και μετά, συνεχίζει ένα κείμενο που δεν υπάρχει στο χειρόγραφο των Ιβήρων, αλλά αποτελεί το τελευταίο μέρος των χειρογράφων Κουτλουμουσίου και Τορίνου. Το κείμενο αυτό, που βρέθηκε και ως αυτοτελές χειρόγραφο σε έναν κώδικα του Ελληνικού Κολεγίου της Ρώμης (Collegio Greco) και δημοσιεύτηκε από το Λάμπρο [Λάμπρος 1912, σ.245 – 251], περιέχει πληροφορίες για την εκκλησιαστική ιστορία της επισκοπής Λακεδαιμονίας (τέλη 13ου – μέσα 14ου αιώνα) και δεν έχει σχέση με το καθαυτό χρονικό της Μονεμβασίας. Γι’ αυτό και παραλείπεται εδώ. Τα χειρόγραφα Κουτλουμουσίου και Τορίνου, διαφοροποιούνται μεταξύ τους, μόνο ως προς την ορθογραφία ή τη διαφορετική ανάγνωση κάποιων λέξεων, εκτός από τα εδάφια 32 και 33 που περιέχουν τη διευκρινιστική διαφοροποίηση: “των επισήμων”. Η ουσιαστική αυτή ταύτιση των δύο χειρογράφων, υποδεικνύει ότι προέρχονται από κοινή πηγή. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε, το περιεχόμενο των χειρογράφων Κουτλουμουσίου – Τορίνου, ως τη μία εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας. Η εκδοχή αυτή, συγκρινόμενη με εκείνη του χειρογράφου των Ιβήρων, είναι μικρότερη, καθώς λείπουν ολόκληρα εδάφια (2, 6, 11, 12, 15, 16, 18 – 24, 39, 42, 44, 45) ή επί μέρους πληροφορίες (εδάφια 25 – 28, 31). Αλλά εκτός από μικρότερη, είναι και λιγότερο αποκαλυπτική, μια και ορισμένα από τα εδάφια που λείπουν, λες και αφαιρέθηκαν σκόπιμα, για λόγους, που θα λέγαμε σήμερα, “εθνικού συμφέροντος”. Ερχόμαστε λοιπόν να εξετάσουμε την εκδοχή του χειρογράφου των Ιβήρων, που αποτελεί το πιο πλήρες και ενδιαφέρον, από πλευράς ιστορικών ειδήσεων, κείμενο του χρονικού της Μονεμβασίας. Το πρώτο ερώτημα, αφορά το χρόνο σύνταξης του χρονικού. Αυτός προκύπτει, από το ίδιο το κείμενο. Στο εδάφιο 31 αναφέρει, ότι ένα μέρος του πληθυσμού των Λακώνων κατέφυγε στην Σικελία, όπου ίδρυσε μία πόλη με το όνομα Δεμενά. Την εποχή της σύνταξης του χρονικού, οι Λάκωνες αυτοί κατοικούσαν ακόμη στα Δεμενά (“οι και εις έτι εισίν εν αυτή”). Σύμφωνα όμως με τον Michele Amari, στο έργο του Storia dei Musulmani di Sicilia, τα Demana (Δεμενά), ήταν μια πόλη της βορειοανατολικής Σικελίας, που έπαψε να υπάρχει στα τέλη του 10ου αιώνα [Charanis 1950, σ. 144]. Στο εδάφιο 34 του χρονικού, αναφέρεται επίσης, ότι η αβαροσλαβική κυριαρχία στην Πελοπόννησο, πήρε τέλος το τέταρτο έτος της βασιλείας του “Νικηφόρου του παλαιού”. Η αναφορά στον “παλαιό” Νικηφόρο, προϋποθέτει την ύπαρξη άλλου μεταγενέστερου αυτοκράτορα με το όνομα Νικηφόρος. Και αυτός είναι ο Νικηφόρος Φωκάς που βασίλευσε μεταξύ 963 και 969. Από το συνδυασμό των δύο αυτών πληροφοριών, εξάγεται ότι το χρονικό συντάχθηκε, μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, και όχι τον 16ο αιώνα, όπως υποστήριξαν οι Karl Hopf [Χοπφ 1872, σ. 62], Gustav Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 197], Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 230] και Νίκος Βέης [Βέης 1909, σ. 104]. Το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με το χρονικό, είναι οι ιστορικές γνώσεις του συντάκτη του. Ο ίδιος, αναφέρει την αξιοποίηση έργων προγενέστερων αυτού συγγραφέων, όταν γράφει στο εδάφιο 6 “καθώς ο Ευάγριος λέγει”. Εκτός από τον Ευάγριο, χρησιμοποιεί το Θεοφάνη και το Θεοφύλακτο, όπως φαίνεται από τη σύγκριση των σχετικών εδαφίων (2, 4, 7, 8, 11, 12, 15 – 18, 20, 22, 23), στο πρώτο μέρος του χρονικού. Την πληροφορία για την επί 218 χρόνια αβαροσλαβική κυριαρχία επί της Πελοποννήσου (εδάφιο 34), δεν μπορεί να την έχει πάρει από τη συνοδική επιστολή του πατριάρχη Νικόλαου (1084 – 1111) προς τον Αλέξιο Κομνηνό, όπως έγραψαν οι προαναφερόμενοι Hopf [Χοπφ 1872, σ. 63], Hertzberg [Χέρτσμπεργκ 1906, σ. 198], Παπαρρηγόπουλος [Παπαρρηγόπουλος 1969, σ. 231] και Βέης [Βέης 1909, σ. 32], εφόσον ο πατριάρχης έζησε ένα αιώνα περίπου μετά τη σύνταξη του χρονικού. Το 1912 ο Σωκράτης Κουγέας, δημοσίευσε ένα σχόλιο του επισκόπου Καισαρείας Αρέθα, στη σύνοψη του χρονικού του πατριάρχη Νικηφόρου (806 – 815), που ανακάλυψε στον κώδικα Da 12, φύλλο 6α της βιβλιοθήκη της Δρέσδης [Κουγέας 1912, σ. 473 – 480], κώδικας που μεταφέρθηκε μεταπολεμικά στο κρατικό αρχείο της Μόσχας [Κορδώσης 1981, σ. 70]. Το σχόλιο του Αρέθα ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με ορισμένα σημαντικά εδάφια του χρονικού της Μονεμβασίας (27, 34 – 38). Το γεγονός όμως ότι, από τη μια, ο Αρέθας είχε γράψει του σχόλιό του το έτος 932, και δεν ήταν δυνατόν να έχει αντιγράψει το χρονικό της Μονεμβασίας, που συντάχθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα, και από την άλλη, το γεγονός ότι το περιεχόμενο του σχολίου του Αρέθα, αποτελεί εμφανώς υποσύνολο της όλης διήγησης, οδηγεί στο συμπέρασμα πως τόσο ο Αρέθας, όσο και ο συντάκτης του χρονικού, έγραψαν έχοντας μπροστά τους ένα άλλο παλαιότερο κείμενο, χαμένο πλέον και άγνωστο σε μας, απ’ όπου και αντέγραψαν τα κοινά αποσπάσματα. Η ιβηρική εκδοχή του χρονικού της Μονεμβασίας, πρέπει να διασώζει αρκετά πιστά, το περιεχόμενο αυτού του χαμένου παλαιού χειρογράφου, στο κείμενο που περιέχεται μεταξύ των εδαφίων 24 έως και 43. Το κείμενο αυτό, που αποτελεί και την πληρέστερη καταγραφή των γεγονότων, που σχετίζονται με τον αβαροσλαβικό εποικισμό της Ελλάδας, έχει ως εξής, σε μια απόδοσή του στη νέα ελληνική: “Σε κάποια άλλη δε εισβολή, υποδούλωσαν (οι Άβαροι) όλη τη Θεσσαλία και όλη την Ελλάδα και την παλαιά Ήπειρο και την Αττική και την Εύβοια. Εφόρμησαν και στην Πελοπόννησο και την κατέκτησαν με πόλεμο και διώχνοντας και καταστρέφοντας τα ευγενή (ή γηγενή) και ελληνικά έθνη, κατοίκησαν αυτοί σε αυτή. Όσοι δε (από τους Έλληνες) κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τα αιματοβαμμένα χέρια τους, διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί. Και η μεν πόλη των Πατρών μετοίκισε στη χώρα του Ρηγίου στην Καλαβρία, οι δε κάτοικοι του Άργους στο νησί που ονομάζεται Ορόβη (: Ρόβη απέναντι από το Τολό), οι δε Κορίνθιοι μετοίκησαν στο νησί που ονομάζεται Αίγινα. Τότε και οι Λάκωνες το πατρώο έδαφος εγκατέλειψαν. Και οι μεν (των Λακώνων) στη νήσο Σικελία εξέπλευσαν, και είναι ακόμα εκεί, σε ένα τόπο που λέγεται Δεμενά και Δεμενίτες αντί Λακεδαιμονίτες ονομάζονται, διασώζοντας και την ιδία διάλεκτο των Λακώνων. Άλλοι δε (των Λακώνων) βρίσκοντας ένα δύσβατο τόπο δίπλα στο γιαλό της θάλασσας, οικοδόμησαν μια οχυρά πόλη που την ονόμασαν Μονεμβασία, επειδή είχε μία μόνο είσοδο για να πορευτείς σε αυτή και κατοίκησαν σε αυτή την πόλη μαζί με τον επίσκοπο τους. Οι δε βοσκοί και οι αγρότες (Λάκωνες) κατοίκησαν στους εκεί παρακείμενους τραχείς τόπους, που μέχρι πρόσφατα ονομάζονταν Τζακονίες. Έτσι οι Άβαροι την Πελοπόννησο αφού κατέκτησαν και κατοίκησαν σε αυτή, διήρκεσαν για 218 χρόνια, μήτε στο ρωμαίο βασιλιά μήτε σε άλλον υποκείμενοι, δηλαδή από το έτος 6096 της κατασκευής του κόσμου (587 μ.Χ.), το οποίο ήταν το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου και μέχρι το έτος 6313 (805 μ.Χ.), το οποίο ήταν το τέταρτο έτος της βασιλείας Νικηφόρου του παλαιού που είχε γιο το Σταυράκιο. Μόνο δε το τραχύ και δύσβατο ανατολικό μέρος της Πελοποννήσου, από Κορίνθου και μέχρι Μαλέα, ήταν απαλλαγμένο από το σλαβικό έθνος και σε αυτό το μέρος στελνόταν ο στρατηγός της Πελοποννήσου από το ρωμαίο βασιλιά. Ένας από αυτούς τους στρατηγούς, ορμώμενος από τη Μικρά Αρμενία, από τη φατρία των επονομαζομένων Σκληρών, πολέμησε, κατέκτησε και αφάνισε τελικά το σλαβικό έθνος και τους αρχαίους κατοίκους αποκατέστησε, επαναφέροντάς τους στα σπίτια τους. Μαθαίνοντας αυτό ο προαναφερόμενος βασιλιάς Νικηφόρος και γεμίζοντας χαρά φρόντισε και τις εκεί πόλεις να ανακαινίσει και όσες εκκλησίες κατεδάφισαν οι βάρβαροι να ανοικοδομήσει και αυτούς τους βαρβάρους να κάνει χριστιανούς. Και για αυτό μαθαίνοντας ότι οι κάτοικοι της Πάτρας ζούσαν ως μέτοικοι διέταξε και τους αποκατέστησε στα αρχαία εδάφη τους μαζί με τον ποιμένα τους που λεγόταν Αθανάσιος. Και έδωσε στην Πάτρα, που πριν ήταν αρχιεπισκοπή, δικαιώματα μητρόπολης. Και ανοικοδόμησέ εκ βάθρων την πόλη αυτών και τις άγιες εκκλησίες του Θεού, επί πατριαρχίας Ταρασίου, του άγιου πατέρα μας. Τη δε πόλη Λακεδαίμονα, εκ βάθρων και αυτή ανέγειρε και εγκατέστησε σε αυτή λαό σύμμικτο, από Καφήρους, Θρακησίους, Αρμενίους και λοιπούς προερχόμενους εκ διαφόρων τόπων και πόλεων, και κατέστησε πάλι αυτή επισκοπή και θέσπισε να είναι υποκείμενη της μητρόπολης των Πατρών, στην οποία αφιέρωσε και δύο άλλες επισκοπές, την Μεθώνη και την Κορώνη”. Έχοντας μπρος στα μάτια του αυτό το κείμενο, μαζί με τις έως το 1912, δημοσιεύσεις των προαναφερόμενων σχετικών μεσαιωνικών κειμένων, που παρείχαν τις απαραίτητες επιπλέον διευκρινήσεις, ένας αντικειμενικός ιστορικός, θα έβγαζε το συμπέρασμα, πως ο Φαλμεράυερ είχε φτάσει βασικά σε σωστά συμπεράσματα, έχοντας στη διάθεση του, περισσότερο ενδεικτικά αποσπάσματα και όχι ένα τέτοιο συγκεκριμένο αποδεικτικό υλικό. Αν ζούσε ο Φαλμεράυερ, θα μπορούσε θριαμβευτικά να ξαναπεί : “Οι ιστορικές πηγές εκείνης της εποχής, που το κύρος τους δεν μπορούν οι αντίπαλοι να κλονίσουν με τα «όχι» τους και με τα «όχι, δεν είναι έτσι», ομιλούν τη δική μου γλώσσα” [Φαλμεράυερ 1984, σ. 76 -77]. Κάτω από το βάρος των αποδείξεων, οι έλληνες ιστορικοί σιώπησαν μέχρι το 1944. Τότε, η ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικού κινήματος, μεταξύ των σλαβοφώνων κατοίκων των βορείων ελληνικών επαρχιών, ξαναφέρνει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο, τα ζητήματα των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Σλάβων, και τα συναφή του εκσλαβισμού των Ελλήνων και του εξελληνισμού των Σλάβων. Οι έλληνες πανεπιστημιακοί και ακαδημαϊκοί (ιστορικοί και άλλοι), αφήνουν τα προσχήματα και αναλαμβάνουν τον καθαρά πολιτικό – ιδεολογικό ρόλο τους. Ένας από τους στόχους τους, είναι για μια ακόμη φορά ο Φαλμεράυερ και το άμεσα συνδεδεμένο με τις θέσεις του, χρονικό της Μονεμβασίας. Η επίθεση άρνησης του περιεχομένου του χρονικού της Μονεμβασίας, διαρκεί τέσσερα χρόνια και παίρνουν μέρος σε αυτή: ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Άμαντος [Άμαντος 1944, σ. 213 - 215, 219 – 221 ] και [Άμαντος 1946, σ. 14], ο καθηγητής της αρχαιολογίας και ακαδημαϊκός Αντώνιος Κεραμόπουλος [Κεραμόπουλος 1945, σ. 113, 119 - 120], ο καθηγητής βυζαντινής ιστορίας και ακαδημαϊκός Διονύσιος Ζακυθηνός [Ζακυθηνός 1945, σ. 37 – 38, 41 – 44, 48], ο ακαδημαϊκός και πολιτικός (πρωθυπουργός το 1949) Αλέξανδρος Διομήδης [Διομήδης 1946, σ. 39, 71, 137, 202 - 203], ο καθηγητής λαογραφίας και ακαδημαϊκός Στίλπων Κυριακίδης [Κυριακίδης 1947, σ. 63 – 64, 94 - 95] και ο φιλόλογος Σπυρίδων Παγουλάτος, που θα γίνει διδάκτωρ της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, “απορρίπτοντας την αξία” του χρονικού της Μονεμβασίας [Παγουλάτος 1947, σ. 32, 36]. Όσα υποστήριξαν οι ανωτέρω, και ο Χρυσανθόπουλος λίγο αργότερα [Χρυσανθόπουλος 1951, σ. 245, 252] τα συμπύκνωσε με τον καλύτερο τρόπο ο Κυριακίδης, όταν συμπερασματικά έγραψε: “Τα λεγόμενα περί ερημώσεως της Πελοποννήσου από των Ελλήνων αυτής κατοίκων και της επί 218 έτη κατοχής αυτής υπό των Αβάρων ή Σλάβων, οι οποίοι εκχριστιανισθέντες κατόπιν είναι οι πρόγονοι των σημερινών Πελοποννησίων, είναι μύθος, στηριζόμενος εις χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφίαν. Αστήρικτος επίσης είναι και η γνώμη, ότι οι σημερινοί Πελοποννήσιοι είναι απόγονοι Ελλήνων εποίκων, τους οποίους εκ διαφόρων του κράτους θεμάτων απώκισεν εις την Πελοπόννησον ο Νικηφόρος ο Α΄. Τα εγγενή ελληνικά γένη δεν κατεφθάρησαν ούτε και ηφανίσθησαν ποτέ. Αληθές είναι ότι κατά τον Η΄ κυρίως αιώνα ποιμενικαί σλαβικαί πατριαί, νομαδικώς και ειρηνικώς κινούμενοι, εισέδυσον και εις την Πελοπόννησον και ένεμον τα ποίμνια αυτών εις τας ορεινάς περιοχάς” [Κυριακίδης, σ.94]. Ο Κυριακίδης, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα, ονομάζει την ιστορία μύθο, και τον ελληνικό εθνικό μύθο, ιστορία. Αρνείται τα ιστορικά γεγονότα και πλάθει “γεγονότα” με το μυαλό του. Όσα περιέχει αυτό το απόσπασμα, είναι ότι ο ίδιος ονομάζει, χονδροειδή και ιδιοτελή πλαστογραφία. Σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η θέση της ελληνικής εθνικής ιστορικής σχολής, μέχρι τις μέρες μας. Υπενθύμιση από την έδρα, του “εθνικά ορθού” ή αναμάσημα των ίδιων “όχι” και “όχι, δεν είναι έτσι”. Μοναδική “νέα εθνική συμβολή”, η επισήμανση της καθηγήτριας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Νυσταζοπούλου Πελεκίδου [Πελεκίδου 1995, σ. 45], ότι αυτοί που θεωρούν αξιόπιστο το περιεχόμενο του χρονικού της Μονεμβασίας, είναι “ιστορικοί των Σκοπίων”!
Άμαντος 1944: Άμαντου Κωνσταντίνου, Οι Σλάβοι εις την Ελλάδα, BYZANTINISCH – NEUGRIECHISCHE JAHRBÜCHER, Athen 1944. Άμαντος 1946: Άμαντου Κωνσταντίνου, Σλάβοι και Σλαβόφωνοι εις τας ελληνικάς χώρας, ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, Αθήναι 1946. Βέης 1909: Βέη Νίκου: Το περί της κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, ΒΥΖΑΝΤΙΣ, 1 (1909). Διομήδης 1946: Διομήδη Αλεξάνδρου, Βυζαντιναί μελέται / Αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946 Ζακυθηνός 1945: Ζακυθυνού Διονυσίου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Συμβολαί στην ιστορίαν του μεσαιωνικού Ελληνισμού, Αθήναι 1945. Κεραμόπουλος 1945: Κεραμόπουλου Αντωνίου, Οι Έλληνες και οι βόρειοι γείτονες, Αθήναι 1945. Κορδώσης 1981: Κορδώση Μιχαήλ, Συμβολή στην ιστορία και τοπογραφία της περιοχής Κορίνθου στους μέσους χρόνους, Αθήνα 1981. Κουγέας 1912: Κουγέα Σωκράτους, Επί του καλουμένου χρονικού “Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας”, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912). Κυριακίδης 1947: Κυριακίδου Στίλπωνος, Βυζαντιναί Μελέται / Οι Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Θεσσαλονίκη 1947. Λάμπρος 1884: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Ιστορικά Μελετήματα, Αθήναι 1884. Λάμπρος 1912: Λάμπρου Σπυρίδωνος, Δύο αναφοραί μητροπολίτου Μονεμβασίας προς τον πατριάρχην, ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ, 9 (1912). Παγουλάτος 1947: Παγουλάτου Σπυρίδωνος, Οι Τσάκωνες και το περί κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν, Αθήναι 1947 Παπαρρηγόπουλος 1969: Παπαρρηγόπουλου Κωνσταντίνου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, βιβλίο ένατο, Αθήναι 1969. Πελεκίδου 1995: Νυσταζοπούλου Πελεκίδου Μαρία, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα 1995. Φαλμεράυερ 1984: Ιακώβου Φιλίππου Φαλμεράυερ, Περί καταγωγής των σημερινών Ελλήνων, μετάφραση Κωνσταντίνου Ρωμανού, Αθήνα 1984. Χέρτσμπεργκ 1906: Χέρτσμπεργκ Γ. Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου έως σήμερον, μετάφραση Π. Καρολίδου, τόμος Α΄, Αθήναι 1906. Χοπφ 1872: Χοπφ Χαρόλου, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι / Ανασκευή των θεωριών του Φαλμεράυρ, μετάφραση Φραγκίσκου Ζαμβάλδη, Βενετία 1872. Charanis 1950: Charanis Peter, The Chronicle of Monemvasia and the Question of the Slavonic Settlements in Greece, Dumbarton Oaks Papers, V (1950). |
© 2010 Lithoksou.net | Maintained with CompactCMS